«Μισούσα όλες τις ιερόδουλες και συνεχίζω να τις μισώ. Πήγαινα να τις δω για σεξ αλλά ξαφνικά άλλες εικόνες έρχονταν στο μυαλό μου. Άκουγα φωνές οι οποίες με διέταζαν να σκοτώνω. Μία φορά σκέφτηκα να πνίξω τη μνηστή μου, αλλά συγκράτησα τον εαυτό μου».
Το ημερολόγιο δείχνει 23 Ιανουαρίου 1997 και η Ελλάδα παρακολουθεί με αγωνία τη δίκη του Αντώνη Δαγκλή, του ανθρώπου που από τον Τύπο της εποχής χαρακτηρίστηκε ως ο «δολοφόνος των ιεροδούλων». Γεννημένος το 1974, σε ένα φτωχικό σπίτι στην Κοκκινιά, μεγαλώνει μέσα σε ένα πολύ σκληρό περιβάλλον. Φορτηγατζής στο επάγγελμα ο πατέρας του σχεδόν καθημερινά ξυλοφορτώνει τον νεαρό Αντώνη και τον αδελφό του και κακοποιεί τη μητέρα των δύο αγοριών, μία πρώην ιερόδουλη. Κάπως έτσι αρχίζει να φωλιάζει στην ψυχή του το μίσος.
«Μας άφησε μόνο χρέη»
Το 1986 ο πατέρας του Αντώνη Δαγκλή πεθαίνει και το 12χρονο αγόρι παρατάει το σχολείο κι αρχίζει να κάνει δουλειές του ποδαριού για να βοηθήσει οικονομικά την οικογένεια του. Η μητέρα του ξεκινά ταυτόχρονα να εργάζεται σε κακόφημα μπαρ, χωρίς να του αποκαλύπτει τη δραστηριότητα της. Σε ηλικία 16 ετών ο Δαγκλής συλλαμβάνεται με την κατηγορία της αποπλάνησης ανήλικης και καταδικάζεται να περάσει τους επόμενους έξι μήνες της ζωής του σε αναμορφωτήριο. «Ο πατέρας μου μας άφησε ατελείωτα χρέη. Μας πέταξαν έξω από το σπίτι. Δεν είχαμε πού να μείνουμε. Τα κατέσχεσαν όλα και καταλήξαμε να μένουμε σε ξενοδοχεία», έλεγε κατά τη δίκη του.

Όπως αποκαλύπτει ο ίδιος στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών, η στιγμή που τον συγκλόνισε ήταν όταν είδε τη μητέρα του να κάνει σεξ με έναν άλλο άνδρα. Η ίδια υποστηρίζει ότι «δε μίλησα στο παιδί μου τότε γι’ αυτή τη δουλειά. Κάποιος καλοθελητής γείτονας παίρνει τον Αντώνη που ήταν μικρός και μου τον φέρνει στο μαγαζί λέγοντάς του: “να ρε ποια είναι η μάνα σου η πόρνη”. Το παιδί με βλέπει και αμέσως το βάζει στα πόδια και πάει στο ξενοδοχείο (…). Εγώ έφυγα νωρίτερα εκείνη τη νύχτα από το μαγαζί. Πήγα στο ξενοδοχείο και βρήκα τον Αντώνη πνιγμένο στο κλάμα. “Γιατί μάνα να μου πεις ψέματα; (…)”. “Μα αγόρι μου, δεν σου είπα ψέματα, αλλά έπρεπε να πάω σε αυτή τη δουλειά. Με είδες να κάνω τίποτα κακό;”», είχε εξομολογηθεί η ίδια στον Τύπο της εποχής.
Τα στυγερά εγκλήματα
Είκοσι εννέα Οκτωβρίου 1995 και στα πρωτοσέλιδα της εποχής κυριαρχεί ένα άγριο έγκλημα που διαπράχθηκε κοντά στα διόδια της Τραγάνας, στην εθνική οδό Αθηνών – Λαμίας. Οι Αρχές έχουν εντοπίσει δολοφονημένη με ιδιαίτερη αγριότητα την 29χρονη ιερόδουλη Ελένη Παναγιωτοπούλου. Σύμφωνα με τον ιατροδικαστή ο δολοφόνος αφού στραγγάλισε την κοπέλα, αφαίρεσε τα σπλάχνα της , έκοψε τις θηλές από το στήθος της και στο τέλος την τεμάχισε. Στο άκουσμα της είδης επικρατεί τρόμος στα στέκια του αγοραία έρωτα. Δύο μήνες αργότερα, αν ήμερα των Χριστουγέννων του 1995, περαστικοί εντοπίσουν τυχαία στον Βοτανικό τη σορό μίας ακόμα νεαρής κοπέλα. Αυτή ανήκει σε μία ακόμη ιερόδουλη, την 26χρονη Αθηνά Λαζάρου. Αιτία θανάτου και πάλι ο στραγγαλισμός, να και το πτώμα δεν ήταν κακοποιημένο όσο το πρώτο. Οι αστυνομικοί για πρώτη φορά εξετάζουν το ενδεχόμενο να είναι αντιμέτωποι με έναν μανιακό δολοφόνο.
Για περίπου ένα μήνα οι αστυνομικοί εξαπολύουν ανθρωποκυνηγητό για τη σύλληψη του serial killer και στις Ιανουαρίου 1996 εντοπίζουν ένα λευκό φορτηγάκι, που μοιάζει με τις περιγραφές που έχουν από μάρτυρες που κινούνται σε στέκια ιεροδούλων. Σταματούν τον οδηγό για έλεγχο και ανακαλύπτουν πως στο εσωτερικό του είχε τοποθετηθεί στρώμα από αφρολέξ ενώ υπήρχε και ένα κουτί με εργαλεία, ενώ βρίσκουν και έναν σταυρό που ανήκε στη νεκρή Παναγιωτοπούλου. Οι αστυνομικοί είναι πλέον σίγουροι ότι έχουν στα χέρια τους τον «δολοφόνο των ιεροδούλων», ενώ ο Αντώνης Δαγκλής ομολογεί τα πάντα και ακόμη περισσότερα.
Σύμφωνα με την κατάθεση του το 1993, με το ίδιο λευκό Volkswagen φορτηγάκι, ενώ ήταν 18 στα 19, είχε διαπράξει ακόμα ένα έγκλημα: Είχε πάρει με το αμάξι μια πόρνη από την οδό Σέκερη, που του είπε ότι την έλεγαν Καίτη, πήγαν μαζί στον Καρέα, την έγδυσε, έκαναν σεξ και κατά τη συνουσία τη στραγγάλισε. Όπως ομολόγησε, τοποθέτησε το πτώμα σε απόμερο σημείο, επιστράτευσε μαχαίρι και πριόνι και το τεμάχισε, διασκορπίζοντας στη συνέχεια τα μέλη του σε διάφορα σημεία της Αθήνας ούτως ώστε να μην εντοπιστούν. Ποτέ η ΕΛ.ΑΣ. δεν μπόρεσε να ταυτοποιήσει το πτώμα.
Στη δικαστική αίθουσα
«Ο Δαγκλής μού είπε για τρεις ανθρωποκτονίες. Απαντούσε ευθέως και ήταν συνεργάσιμος. Υποστήριζε ότι όλα ήταν συνέπεια ψυχικής νόσου και ζητούσε να τον βοηθήσουμε. (…) Πρόκειται για μια σεξουαλική διαστροφή, και από νομική άποψη οι σεξουαλικές διαστροφές δεν υπάγονται στις νοσηρές διαταραχές των πνευματικών λειτουργιών. Δεν έχει το ακαταλόγιστο. (…) Θα περίμενε κανείς μια εμφανή συντριβή από έναν άντρα που έχει κάνει τόσα εγκλήματα. Όταν όμως τον εξέτασα δεν τον είδα ιδιαίτερα συντετριμμένο», θα καταθέσει στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών ο ψυχίατρος, Χρ. Βούρδας.
Από την πλευρά του ο ψυχίατρος των φυλακών Κορυδαλλού, Μ. Σκόδρας, που παρακολουθούσε τον Αντώνη Δαγκλή από την προφυλάκισή του, βεβαίωσε ότι παρουσίαζε «δυσθυμική διαταραχή της προσωπικότητάς του».
Στις 23 Ιανουαρίου 1997 οι δικαστές επιβάλλουν στον Αντώνη Δαγκλή 12 φορές ισόβια και 25 χρόνια κάθειρξη για τρεις δολοφονίες γυναικών, έξι απόπειρες ανθρωποκτονιών, δέκα ληστείες, βιασμούς, προσβολή μνήμης νεκρού, που αφορά στον τεμαχισμό πτωμάτων, και βιασμούς ιεροδούλων. Μέχρι τότε αυτή ήταν η μεγαλύτερη ποινή που είχε επιβληθεί ποτέ στα ελληνικά δικαστήρια σε καταδικασθέντα, αφότου καταργήθηκε η θανατική ποινή στην Ελλάδα. Η μητέρα του κατά την ακρόαση της ετυμηγορίας των δικαστών λιποθύμησε και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο.
Οι τίτλοι τέλους για τον Αντώνη Δαγκλή γράφονται στις 2 Αυγούστου 1997 όταν εντοπίζεται απαγχονισμένος στο κελί 33 του Ψυχιατρείου των Δικαστικών Φυλακών Κορυδαλλού. Δίπλα του, έχοντας αυτοκτονήσει και αυτός, βρίσκεται ο συγκρατούμενος του Γ. Μακρίδης. «Το ‘χω μετανιώσει και ζητώ επιείκεια. Πήγαινα κανονικά μαζί τους για μια σεξουαλική επαφή και γινόταν το αντίθετο. Ίσως αυτό που είχα δει, τη μητέρα μου με κάποιον… Δεν θυμάμαι πώς έφτανα μέχρι εκεί. Εκείνες τις στιγμές ήμουν εκτός εαυτού», ήταν μία από τις τελευταίες του φράσεις στο δικαστήριο.
Πηγή: Reader.gr
